γυαλί /ʝaˈli/ Noun

English
glass
Português
vidro

Example

  • Το τραπέζι είναι φτιαγμένο από σκληρό [το γυαλί] — από: Το τραπέζι είναι φτιαγμένο από σκληρό γυαλί.
  • The table is made of tempered glass.
  • Το 'γυαλί' αναφέρεται στην ύλη, ενώ το 'ποτήρι' στο αντικείμενο.