Αρπάζω /arˈpazo/ Verb

English
grab
Português
pegar

Example

  • Άρπαξε το χέρι του καθώς σηκωνόταν να φύγει.
  • She grabbed his arm as he got up to leave.
  • Το «άρπαξα» εδώ τονίζει την αιφνιδιαστική και σφιχτή κίνηση.