Ιδιοφυΐα / Ιδιοφυής /i.ðio.fiˈi.a/ Noun
- English
- genius
- Português
- gênio / genial
Example
- Η ΙΝΤΕΛΛΕΚΤΟΥΑΛΙΣΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ (ιδιοφυΐα / μεγαλοφυΐα / φωτεινό μυαλό) του Σαίξπηρ παραμένει αξεπέραστη.
- The genius of Shakespeare remains unmatched.
- Εδώ τονίζουμε τη διαχρονική αξία του πνεύματος.