Νεότερος / Πρωτάρης /neˈo.te.ros/ AdjectiveEnglishjuniorPortuguêsjúniorExampleΕίναι η **νεότερη** συνεργάτιδα στο γραφείο.She is a junior associate at the firm.Στην ιεραρχία, το 'νεότερος' είναι πιο κομψό από το 'κατώτερος'.