καλύτερα /kaˈlʲitera/ Adjective

English
better
Português
melhor

Example

  • Ελπίζουμε για καλύτερο καιρό αύριο.
  • We're hoping for better weather tomorrow.
  • Η ελπίδα για βελτίωση είναι κεντρική στην ελληνική ψυχοσύνθεση.