Καταχώριση /ˈlɪstɪŋ/ Noun

English
listing
Português
listagem

Example

  • Ο κατάλογος παρέχει μια ολοκληρωμένη [Καταχώριση] όλων των τοπικών επιχειρήσεων.
  • The directory provides a comprehensive listing of all local businesses.
  • Εδώ το 'Καταχώριση' λειτουργεί ως το αποτέλεσμα της πράξης.