Οικοδόμηση / Κατασκευή /ikoðó̱mi̱si̱/ Noun
- English
- construction
- Português
- construção
Example
- Η **κατασκευή** (οικοδόμηση / δόμηση / δημιουργία) ξεκίνησε φέτος και θα διαρκέσει περίπου 18 μήνες.
- Construction began this year and will take approximately 18 months.
- Το 'κατασκευή' καλύπτει και τα κτίρια και τα μηχανήματα.