αιχμηρός /kafsˈtikos/ Επιθετικό

English
caustic
Português
cáustico

Example

  • Οι καυστικές παρατηρήσεις της για την εμφάνισή του τον πλήγωσαν βαθιά. [Καυστικός (Πικρόχολος / Δριμύς / Σαρκαστικός) — της καυστικής της παρατήρησης]
  • Her caustic remarks about his performance hurt his feelings deeply.
  • Εδώ τονίζεται η οξύτητα του λόγου που αφήνει σημάδι.