κυνηγώ /ciˈniɡo/ Ουσιαστικό

English
chase
Português
correr atrás / perseguição

Example

  • Οι αστυνομικοί πιάστηκαν μετά από σύντομο [κυνηγητό].
  • The thieves were caught after a short chase.
  • Εδώ το 'κυνηγητό' είναι η φυσική πράξη.