Λάμπω /ˈlambo/ Verb

English
shine
Português
brilhar

Example

  • Το φεγγάρι [λάμπει] μέσα από το παράθυρο.
  • The moon shone through the window.
  • Το 'λάμπω' είναι η πιο φυσική επιλογή για φυσικό φως.