Λεωφορείο /le.o.foˈri.o/ Noun

English
bus
Português
ônibus

Example

  • Το λεωφορείο έφτασε ακριβώς στην ώρα του.
  • The bus arrived exactly on time.
  • Η ακρίβεια στα δρομολόγια είναι συχνά επιθυμητή, αν και όχι πάντα πραγματικότητα.