παρατεταμένος /para.te.taˈme.nos/ Adjective
- English
- lengthy
- Português
- extenso
Example
- Η σύσκεψη κατέληξε σε **μακροσκελή** υπόθεση. [πολύωρη / χρονοβόρα / κουραστική] — της: The meeting turned into a lengthy affair.
- The meeting turned into a lengthy affair.
- Υπονοεί ότι η διάρκεια ήταν ενοχλητική ή περιττή.