Πρόγραμμα Σπουδών / Πορεία /proˈgrama spuˈðon/ Noun
- English
- course
- Português
- curso
Example
- Είναι εγγεγραμμένη σε ένα **μάθημα** (παρακολουθεί / παρακολουθεί / εγγράφεται) χημείας.
- She is enrolled in a chemistry course.
- Το 'μάθημα' είναι η πιο κοινή λέξη για την ακαδημαϊκή ενότητα.