μικροσκοπικός / μικρούλης /mikroskoˈpikos/ Adjective

English
tiny
Português
minúsculo

Example

  • Έχει ένα [μικροσκοπικός (αμελητέος / ελάχιστος)] λεκέ στο πηγούνι της.
  • She has a tiny scar on her chin.
  • Το 'μικροσκοπικός' εδώ τονίζει την αμελητέα φύση του σημαδιού.