μείγμα /miˈeɣma/ Noun
- English
- mixture
- Português
- mistura
Example
- Το [μείγμα] (κράμα / ένωση / σύμπλεγμα) του κέικ περιείχε αλεύρι, αυγά και ζάχαρη.
- The cake batter is a mixture of flour, eggs, and sugar.
- Εδώ το 'μίγμα' είναι η φυσική ένωση των υλικών.