μοσχάρι /mosˈxari/ Noun
- English
- beef
- Português
- treta (br) / rixa (pt) / carne bovina (literal)
Example
- Το ψητό μοσχάρι [μοσχάρι / βόειο κρέας / μοσχαρίσιο κρέας] ψήθηκε στην εντέλεια.
- The roast beef was cooked to perfection.
- Το 'μοσχάρι' είναι η πιο συνηθισμένη λέξη για το κρέας στο πιάτο.