μπισκότο /bisˈkoto/ Noun
- English
- biscuit
- Português
- bolacha (pt-pt) / biscoito (pt-br)
Example
- Μου πρόσφερε ένα σοκολατένιο [μπισκότο] (κουλουράκι / γλυκό / αρτοσκεύασμα).
- She offered me a chocolate-covered biscuit.
- Το 'μπισκότο' είναι η πιο άμεση και κοινή μετάφραση.