νομοθεσία /no.mo.θe.ˈsi.a/ Noun

English
legislation
Português
legislação

Example

  • Η κυβέρνηση εισήγαγε νέα [νομοθεσία] (θέσπιση / θέσπιση / θέσπιση) για τον περιορισμό του πληθωρισμού.
  • The government introduced new legislation to curb inflation.
  • Το 'θέσπιση' τονίζει την πράξη της θέσπισης, ενώ η 'νομοθεσία' είναι το αποτέλεσμα.