ντρέπομαι /ˈntrepome/ Adjective
- English
- embarrassed
- Português
- envergonhado / constrangido
Example
- Δεν έχω νιώσει ποτέ τόσο [ντροπιασμένος] στη ζωή μου!
- I've never felt so embarrassed in my life!
- Το «ντροπιασμένος» είναι η πιο δυνατή και άμεση έκφραση.