ΟΔΗΓΙΑ /oˈðiʝa/ Noun
- English
- instruction
- Português
- orientação
Example
- Ακολούθησε τις οδηγίες (οδηγία/εντολή/καθοδήγηση) στη συσκευασία προσεκτικά.
- Follow the instructions on the packet carefully.
- Στα ελληνικά, το 'οδηγίες' (πληθυντικός) είναι μαγνητικό εδώ.