Ολοκληρώνω /olo klíno/ Adjective
- English
- complete
- Português
- completo/completar
Example
- Η εργαλειοθήκη έχει πλέον **ολοκληρωθεί** (ολοκληρώνεται / τελειώνει / συμπληρώνεται) με όλα τα εργαλεία.
- The set of tools is now complete.
- Η χρήση του 'ολοκληρωθεί' δίνει μια αίσθηση ότι η διαδικασία ολοκλήρωσης τελείωσε.