Σημαντικός /simandikos/ Adjective
- English
- substantial
- Português
- substancial
Example
- Η εταιρεία είδε μια **ουσιαστική** αύξηση στα κέρδη. [Η εταιρεία είδε μια **σημαντική** αύξηση στα κέρδη.]
- The company saw a substantial increase in profits.
- Εδώ τονίζεται το μέγεθος της αύξησης.