Παραγωγός /paraʝoˈɣos/ Noun

English
producer
Português
produtor(a)

Example

  • Η Γαλλία είναι κορυφαίος **παραγωγός** εκλεκτών κρασιών.
  • France is a major producer of fine wines.
  • Εδώ χρησιμοποιείται η έννοια της μαζικής παραγωγής αγαθών.