παρέχω /paˈrevo/ Verb
- English
- provide
- Português
- fornecer
Example
- Η σχολή **παρέχει** (προσφέρει/δίνει) δωρεάν γεύματα σε όλους τους μαθητές.
- The school provides free lunches for all students.
- Το 'παρέχω' είναι η πιο τυπική επιλογή για επίσημες υπηρεσίες.