Περιφερειάρχης /kivɛɾˈnitis/ Noun
- English
- governor
- Português
- governador
Example
- Ο Περιφερειάρχης υπέγραψε το νέο περιβαλλοντικό νομοσχέδιο.
- The governor signed the new environmental bill.
- Στην Ελλάδα, το 'Περιφερειάρχης' είναι ο πιο κοντινός όρος για την αυτοδιοίκηση.