πεποίθηση /peˈθi.si/ Noun

English
belief
Português
crença

Example

  • Έχει ισχυρή **πεποίθηση** (πίστις / βεβαιότητα / γνώμη) για τη σημασία της εκπαίδευσης.
  • She has a strong belief in the importance of education.
  • Η 'πεποίθηση' εδώ είναι η εσωτερική δύναμη της ιδέας.