Περιβαλλοντικός /peɾiβalontikós/ Adjective

English
environmental
Português
ambiental

Example

  • Ο [οικολογικός / περιβαλλοντικός / φυσικός] αντίκτυπος της ρύπανσης είναι σοβαρός.
  • The environmental impact of pollution is severe.
  • Το 'οικολογικός' δίνει έμφαση στην οικολογία, το 'περιβαλλοντικός' είναι ο γενικός όρος.