πιπέρι /piˈperi/ Noun
- English
- pepper
- Português
- pimenta
Example
- Αλατοπιπερώνω τη σούπα με λίγο [πιπέρι] (αλάτι και πιπέρι / καρύκευμα / μπαχαρικό).
- Season the soup with salt and pepper.
- Το 'αλατοπιπερώνω' είναι η μαγική λέξη για αλάτι και πιπέρι μαζί.