ΠΛΑΙΣΙΟ /plɛˈsi.o/ Noun

English
frame
Português
moldura / enquadrar

Example

  • Το [πλαίσιο] της φωτογραφίας είναι από δρυ.
  • The photo frame is made of oak.
  • Εδώ εννοούμε το διακοσμητικό περίβλημα της εικόνας.