πλέκω /ˈpleko/ ΡήμαEnglishweavePortuguêstecerExampleΤα καλάθια [πλέκονται] από λωρίδες ιτιάς.The baskets are woven from strips of willow.Το 'πλέκω' είναι πιο συχνό για υλικά όπως καλάμια ή σύρματα.