πληγή /pliˈʝi/ Noun

English
wound
Português
ferida

Example

  • Η σφαίρα άφησε μια βαθιά [τραύμα] (τομή / τραύμα / πληγή) στον ώμο του.
  • The gunshot wound required immediate surgery.
  • Το 'τραύμα' εδώ τονίζει τη σοβαρότητα της βλάβης.