πληρώνω /pliˈro.no/ Verb

English
pay
Português
pagar

Example

  • Ποιος θα [πληρώσει] (εξοφλήσει / δώσει) το λογαριασμό απόψε;
  • Who is going to pay for the dinner tonight?
  • Στην παρέα, το «πληρώνω» είναι η πιο φυσική επιλογή.