Πολιτική /poliˈtici/ Noun
- English
- policy
- Português
- política
Example
- Η κυβερνητική [πολιτική] για την κλιματική αλλαγή βρίσκεται υπό αναθεώρηση.
- The government's policy on climate change is under review.
- Εδώ η «πολιτική» είναι η επίσημη θέση του κράτους.