Περίπλοκο /peˈriploko/ Επίθετο
- English
- complex
- Português
- complicado / complexo
Example
- Ο φορολογικός κώδικας είναι διαβόητα **πολύπλοκος** (δυσνόητος / δυσκατανόητος / δαιδαλώδης) — η γραφειοκρατία μας τρώει.
- The tax code is notoriously complex.
- Στην Ελλάδα, η γραφειοκρατία είναι η πρώτη σκέψη όταν ακούμε 'σύνθετος/πολύπλοκος'.