Αρουραίος /aruɾeˈos/ Noun

English
rat
Português
rato

Example

  • Η πόλη παλεύει να ελέγξει τον [ποντίκι] (αρουραίος / τρωκτικό / παράσιτο) του πληθυσμού.
  • The city is struggling to control the rat population.
  • Εδώ το 'ποντίκι' καλύπτει και τον αρουραίο λόγω της γενίκευσης.