ποπ /pop/ Adjective
- English
- pop
- Português
- pop (estrangeirismo) / popular
Example
- Έχει ένα έμφυτο ταλέντο να γράφει ένα τέλειο ποπ τραγούδι.
- She has an uncanny ability to write a perfect pop song.
- Η λέξη 'ποπ' εδώ είναι άμεση δανειοληψία και απολύτως κατανοητή.