Αυτονομία /af.to.noˈmi.a/ Noun

English
agency
Português
autonomia

Example

  • Δουλεύει για ένα κορυφαίο διαφημιστικό [Πρακτορείο] (διαφημιστική εταιρεία / πρακτορικός οίκος) — Η διαφήμιση είναι το παν.
  • She works for a leading advertising agency.
  • Το 'Πρακτορείο' είναι ο πιο ακριβής όρος για την επιχείρηση.