προϊόν /pɾojón/ Noun
- English
- product
- Português
- produto
Example
- Το τελευταίο [δημιούργημα] (αποτέλεσμα / προϊόν) της εταιρείας είναι ένα επαναστατικό smartphone.
- The company's latest product is a revolutionary smartphone.
- Το 'προϊόν' είναι η πιο συνηθισμένη επιλογή εδώ.