προσφορά /pro.sfeˈra/ Noun

English
offering
Português
oferta

Example

  • Η τελευταία **προσφορά** του σκηνοθέτη είναι ένα αριστούργημα. (Απόδοση / Δημιούργημα)
  • The latest offering from the director is a masterpiece.
  • Εδώ η «προσφορά» λειτουργεί ως το τελικό έργο, η δημιουργία.