ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ /pro.op.tiˈci/ Noun
- English
- prospect
- Português
- perspectiva
Example
- Η [προοπτική] (δυνατότητα/προσδοκία/ελπίδα) ενός μακροχρόνιου χειμώνα είναι καταθλιπτική.
- The prospect of a long winter is depressing.
- Εδώ η 'προοπτική' είναι η αναμενόμενη κατάσταση.