ψηλός /psiˈlos/ Adjective

English
tall
Português
alto

Example

  • Είναι ψηλή και αθλητική. (Υψηλή / Μεγάλη — της είναι)
  • She is tall and athletic.
  • Το 'ψηλή' είναι το πιο συνηθισμένο για άτομα.