Ψήνω / Ψήσω /pˈsino/ Verb

English
bake
Português
assar

Example

  • Λατρεύω να **ψήνω** ψωμί τα Σαββατοκύριακα.
  • I love to bake bread on weekends.
  • Το 'ψήνω' είναι η μαγική λέξη για κάθε είδους μαγείρεμα με ξηρή θερμότητα.