ρομπότ /roˈbot/ Noun
- English
- robot
- Português
- robô
Example
- Το εργοστάσιο χρησιμοποιεί ένα [ρομπότ] για να συναρμολογεί τα εξαρτήματα του αυτοκινήτου.
- The factory uses a robot to assemble the car parts.
- Η λέξη είναι δάνειο και χρησιμοποιείται αυτούσια.