ρυθμιστικός /riθmistikós/ Επιθετικό

English
regulatory
Português
regulatório

Example

  • Οι [ρυθμιστικός: κανονιστικός / εποπτικός / επιβλέπων] αρχές ερευνούν τη συγχώνευση.
  • The regulatory authorities are investigating the merger.
  • Εδώ το 'ρυθμιστικός' είναι ο πιο τυπικός όρος για τις κρατικές δομές.