Διαύγεια /ðiˈavʝa/ Noun
- English
- clarity
- Português
- clareza
Example
- Οι οδηγίες γράφτηκαν με μεγάλη **σαφήνεια** (Διαύγεια / Ευκρίνεια / Φωτεινότητα) — ήταν λες και τις έγραψε ο Στίβεν Κινγκ.
- The instructions were written with great clarity.
- Η 'σαφήνεια' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.