Σεβασμός /sevasˈmos/ Noun
- English
- respect
- Português
- respeito
Example
- Έχω τον μέγιστο σεβασμό για τη δουλειά της. [Απόδοση τιμής / Υπόκλιση / Αναγνώριση] — της δουλειάς της.
- I have the utmost respect for her work.
- Το 'μέγιστος' (utmost) δίνει έμφαση στην ένταση.