ουσιαστικά /u.si.a.ˈsti.ka/ Adverb

English
significantly
Português
consideravelmente

Example

  • Η νέα πολιτική **σημαντικά** αναβάθμισε το ηθικό των εργαζομένων. [Αναβάθμισε / Ενίσχυσε / Τόνωσε] — της: Η νέα πολιτική σημαντικά αναβάθμισε το ηθικό των εργαζομένων.
  • The new policy significantly improved employee morale.
  • Εδώ το 'σημαντικά' δίνει βάρος στην θετική αλλαγή.