Φόντο /ˈfɔndo/ Noun
- English
- backdrop
- Português
- pano de fundo
Example
- Τα βουνά παρείχαν ένα δραματικό **σκηνικό** για την πικνίκ μας.
- The mountains provided a dramatic backdrop for our picnic.
- Το 'σκηνικό' είναι η πιο άμεση μετάφραση για οπτικό πλαίσιο.