ήχος /saʊnd/ Noun

English
sound
Português
som / soar

Example

  • Ο [ήχος] της θάλασσας είναι πολύ χαλαρωτικός.
  • The sound of the ocean is very relaxing.
  • Η λέξη 'ήχος' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.