στέρω /steˈro/ Verb

English
deprive
Português
privar

Example

  • Η νέα πολιτική θα **στερήσει** τις οικογένειες χαμηλού εισοδήματος από την προσιτή στέγαση.
  • The new policy will deprive low-income families of affordable housing.
  • Εδώ χρησιμοποιείται ο αόριστος (στερήσει) για να δηλώσει μελλοντική δράση.